26/6/09
15/6/09
κάποιες μετα-σκέψεις
Η αδυναμία φιλτραρίσματος της κοινωνικής πληροφορίας με συνέπεια να εσωτερικεύεται από το άτομο αυτούσια, δεν μπορεί να χρεωθεί στο άτομο που επιβαρύνεται από την πληροφορία, στο βαθμό, που η κοινωνική του στήριξη δεν είναι ενσωματωμένη στην κυρίαρχη νοοτροπία της εξατομίκευσης των παθών του ατόμου. Το συλλογικό φιλτράρισμα της πληροφορίας ενέχει πάντα την πιθανότητα της μεροληπτικής αντίληψης έναντι του υπερσυνόλου, αλλά ταυτόχρονα ενέχει και τη φράκταλ λειτουργικότητα του υπερσυνόλου. Μες σε συνθήκες κατανόησης, η διαστρέβλωση ομαλοποιείται για το άτομο που προσπαθεί να ερμηνεύσει την πληροφορία με έναν τρόπο που να ταιριάζει με τον βιωμένο εαυτό, με τον εαυτό που συγκροτεί ή που επιθυμεί να συγκροτήσει.
· Η κοινωνική αντιπαλότητα εκφαίνεται μέσω της πολωμένης ταξικότητας και της διαφοράς γωνίας ενατένισης/βίωσης των κοινωνικών φαινομένων και αναδεικνύεται μέσα από τα διαφορικά διαλόγων, όπου συνήθως ιδεολογικοί ή αντιϊδεολογικοί πέπλοι, αγνοούν ή υπερπηδούν αυτήν καθαυτήν την επιτακτική ανάγκη εξωτερίκευσης αισθημάτων που ελλοχεύει στο βάθος και στους διαλόγους αυτούς επιδρά στο υπερσυλλογικό χειροκρότημα η ειρηνευτική, μα καθόλου λυτρωτική άποψη του “καταδικάζεται η βία από όπου κι αν προέρχεται”, διότι πάντοτε εκείνο που θέλει να συντηρήσει κοινωνικές-ατομικές καταστάσεις έχει άγνοια της υπεροπτικής βίας που ασκεί απέναντι σε αυτό που θέλει να αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο, μιας και οι ζωές όλων είναι άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενες- στο βαθμό του να είναι οι Άλλοι κάτι μεταξύ όασης και κόλασης. Η υπεροπτική βία λόγω της καθιερωμένης χρήσης της μοιάζει, αν όχι ανύπαρκτη, τουλάχιστον φυσιολογική και με βάση τα ευρύτερα κοινωνικά δεδομένα πρέπουσα ή αξιοζήλευτη και δεν καταδεικνύεται εύκολα λόγω της κρυφής της φύσης, παρόλη την φανερή της θέση.
· Η ταξική συνείδηση είναι εργαλείο επιβίωσης και φακός στο σκοτάδι αλλά δεν είναι το σημείο που φωτίζεται, γιατί οι τάξεις είναι κατασκευάσματα υλοποιημένης ματαιοδοξίας ατόμων που αναζήτησαν την άσκηση υπεροπτικής βίας και το ζητούμενό τους ήταν η ασφάλιση του μονοπωλιακού δικαιώματος χρήσης της. Η ανάγκη μονοπώλησης αυξάνει την συσπείρωση για τη μαζική χρήση και ασφάλιση του δικαιώματος χρήσης (υπεροπτικής) βίας. Στον κοινωνικό ιστό οποιαδήποτε συσπείρωση προκαλεί αντίστροφες δίνες, μιας και δεν υπάρχει κοινωνικό κενό, αυτή είναι η απαρχή της οποιασδήποτε πόλωσης.
· Η διαβίωση σε πολυπληθυσμικά και πολυπολιτισμικά αστικά κέντρα συνοδεύεται από την προσπάθεια που κάνουν οι δυνάμεις ελέγχου προκειμένου να καταστείλουν βάσει οργουελικών προσδιορισμών την έννοια της απολύτου πραγματικότητας όπως ορίστηκε εν γένει από διαφωτιστικές λογικές, την ύπαρξη άνευ προσδιορισμών. Η υπεροπτική βία ζητά πάντα πολιτικά ανταλλάγματα για συντήρηση/ενίσχυση της υπεροψίας της, η βία αντλεί από τη λαϊκή εμπιστοσύνη και την ταϊζει κρυφά με τρόπους κομμένους & ραμμένους σε μ.μ.ε πρέσσες για την ισχυροποίηση της δύναμης της υπεροψίας της. Για ακόμη μια φορά το Διαφορετικό αλυσσοδένεται, στο όνομα της κατά φαντασίαν ασφάλειας των κατ’ ουσίαν αλυσσοδεμένων στα κάτεργα της καθημερινότητας πολιτών, που η πολιτική τους εγρήγορση αφορά στην ψευδαίσθηση επιλογής ατομικής ευημερίας μέσω κατανάλωσης. Η αναζήτηση καλύτερης μοίρας δεν αντιμετωπίζεται με καταστολή, μάρτυρας η ιστορία.
· Το ιδεολογικό μίσος για το Διαφορετικό, ξεφυτρώνει μέσα από καλά κλωσσημένα αυγά, σε κοτέτσια που ο πόθος της καθαρ(ι)ότητας υποκαθιστά την ανάγκη για “έρωτα” με τον κόσμο.
· Ο ξένος του Καμύ βιώνει την αποπροσωποποίηση των κοινωνικά επίπλαστων προσωπείων σε βαθμό που να περπατά δίπλα στον εαυτό του χωρίς να το ξέρει κι αυτό τον μετατρέπει στον καθημερινό αντι-ήρωα που όλοι αναζητούμε κι όλοι αποδιώχνουμε.
· Η μετατόπιση και διάχυση της κρατιστικής λειτουργίας στις σχέσεις των ανθρώπων, μιας και αυτή είναι η βαθύτερη έννοια του κράτους και η μη συνειδητοποίηση της χρήσης της αυθεντικοποιημένης σκέψης που ενέχει κάθετη(υπεροπτική) βία, καθιστά δυσλειτουργικό τον όποιο εποικοδομητικό διάλογο, εφόσον εισρέουν διπλά μηνύματα στη συζήτηση, που καθιστούν ανισότιμη την βαρύτητα των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς. Ένας από τους στόχους του διαλόγου είναι η σύνθεση της (ατομικά βιωμένης) πραγματικότητας σε συλλογική. Η νίκη της (αυτο)επιβεβαίωσης και η ενίσχυση της υπεροπτικής βίας δεν είναι αποτέλεσμα διαλόγου, αλλά προπαγάνδα.
· Η πάλη μεταξύ της ανάγκης έκφρασης του ατόμου διαμέσου της ατομικότητας του και διαμέσου της συλλογικότητας, παρουσιάζεται σαν ανάγκη απόσχισης από μια πολυπρόσωπη εγκλωβιστική για την ατομική ελευθερία κατάσταση που συνδεέται εκ του αντιθέτου και συνυπάρχει με την ανάγκη για δέσμευση και συμπόρευση, προκειμένου είτε να διασπαστεί πλήρως ο εαυτός και να απελευθερωθεί από όποιες κοινωνικές συμβάσεις (η πλήρης απελευθέρωση έχει ονομαστεί και τρέλα) είτε να συγκροτηθεί και πάλι ο αυτο-ετεροδιαμελισμένος εαυτός εντός του (υπο)συνόλου και να διεκδικήσει την υπόστασή του υποστηριζόμενος κοινωνικά. Η ζυγαριά γέρνει εκεί που ενώνονται οι κουκίδες των βιωμάτων του ατόμου ώστε να νιώσει ακέραιο και δυνατό.
· Η ταχύτητα της ψευδοβιωματικής πληροφορίας που προσφέρεται στην όραση καθιστά ανίσχυρη την ακοή, τη γεύση, την όσφρηση, την αφή και κυρίως την επίγνωση της χρήσης των αισθητηρίων τη δεδομένη στιγμή που λειτουργούν. Μία χειραψία δεν είναι η εικόνα δύο ενωμένων χεριών, αλλά η αίσθηση της αφής, η αίσθηση του σφιξίματος του χεριού, η τραχύτητα ή η λειότητα του χεριού.
· Ο εξωραϊσμός της κοινωνικής διεκδίκησης μέσω παροχής θεαματικής εκπαίδευσης που λειτουργεί ως θεραπεία σε μετατραυματικό στρες, καταλαγιάζοντας τις παρατεταμένες αισθήσεις, αμβλύνει την οξύτητα της διεκδίκησης, πιθανώς όμως να αυξάνει την ικανότητα της “διεκδίκησης δωματίου”. Είμαστε όλοι τόσο ξένοι/ες και τόσο οικείοι/ες του ξένου ταυτόχρονα.
· Υπάρχει τάση παλινδρόμησης; σε μορφές αίσθησης ανισχυρότητας μέσα σε ένα μεσαιωνικό κόσμο, κάποιοι νομίζουν ότι υπάρχει ένα παζλ που συμπληρώνεται, κάποιοι δεν έχουν ιδέα περί τίνος πρόκειται, κάποιοι το νιώθουν στο πετσί τους και όσοι κατέχουν τα μέσα στήνουν τα κομμάτια. Η νομοτελειακή αντίληψη περί μιας ολοκληρωμένης μορφής παζλ καθιστά το άτομο άμοιρο και άπραγο μπρος στα γεγονότα, διότι του υπεκφεύγει η ίδια του η δυναμική ως κοινωνικό ον και προσδίδει τη μέγιστη δύναμη σε όσους κατέχουν τα μέσα να τα χειριστούν τέλεια προς όφελός τους. Η ατομική αδιαφορία προστίθεται στην κοινωνική απάθεια.
· Η δεξιόστροφη πολιτική στάση συνδέεται κοινωνικά με το μπόλιασμα της καθημερινότητας με ψυχοναρκωτικές ουσίες, γιατί και τα δύο αφορούν στη αυστηρή δόμηση του χώρου και του χρόνου απέναντι σε ξένα ερεθίσματα. Ο χειρότερος εχθρός του φόβου είναι η πραγματικότητα. Ο φόβος της σκέψης του φόβου για την ύπαρξη, είναι πιο επιδραστικός στην πολιτική στάση από αυτήν καθαυτήν την απώλεια της ύπαρξης. Η υλική ζημιά σε έναν τέτοιον κόσμο έχει μεγαλύτερο πολιτικό κόστος από τη ζωή.
15/2/09
Η ταφή
Από την άλλη μεριά, στο στούντιο της γενικευμένης οντισιόν, περίμεναν πλήθος χαρούμενων επικροτίδων λάμψης, φτιαγμένες από γλαμουριδική κόλλα αναφοράς, ενεργητική απινιδωμένη νικοτίνη, ποτό τύπου αστρόναμα και σχεδιαζόταν ένα μεγαλόπνοο αποφρακτικό έργο για τις οδικές -πτητικές αρτηρίες. Παράλληλα, τα αντιγεγονημένα σωματίδια κρέμονταν από μία λεπτή κλωστή με σπαθί στην άκρη, πάνω από την αόριστη αρθρική ηρεμία του σημαντικού σύμπαντος των απαγορευμένων λέξεων. Η εντολή ήταν σαφώς γραμμένη σε αλεκτίσσιμη γλώσσα. Η συνέχεια του πρωτολειακού κανόνα σε στυλ μη έβρισκε την μικρή ηρωίνη έτοιμη για το απονενοημένο διάβημα. Αποκρέων απαρχή. Η μαντάμ αστρόλεξις είχε προβλέψει το θάνατο, αλλά κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει την αντιγόνη από το να πράξει το μη συντεταγμένο. Γέμισε το ψηφιακό φλασκί και κατευθύνθηκε στον κήπο με τις μοναξίες. Εκεί, πάνω στο ρεμπουταρισμένο μαστό μιας μοναξίας τοποθέτησε κρυφά το αδελφικό αντισώμα ψιθυρίζοντας εν είδει προσευχής πως ο θάνατος δεν έχει πια καμία εξουσία, ενώ ο διάτρητος ουρανός, μέσω βροντών ντι κρόου μπι μπι μπι και ντα ντι ντα διατράνωνε την οργή του για το σβήσιμο της μέρας από τη λαστιχένια γόμα κάποιου κοσμομπαίχτη.
6/2/09
Ο λόγος
Όταν τελείωσε, σκούπισε τις κόκκινες κηλίδες από το πάτωμα
και αποσύρθηκε στα ενδότερα.
Την ίδια στιγμή ένας δημοσιογράφος αδημονούσε:
Μία ερώτηση κύριε ομιλητά, μια τελευταία ερώτηση...
Ο ομιλητής γύρισε, έβγαλε έναν αιμάτινο ρόγχο
καθώς έστρεφε το κεφάλι του κι έβγαλε το κινητό
από την μέσα τσέπη του σακακιού.
Κάλεσε έναν αριθμό και ρώτησε: τί θα φάμε σήμερα;
Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε πάνω στα κόκκινα από το αίμα χείλη του.
Μετά έβγαλε την πένα του κι έγραψε σε μια χαρτοπετσέτα
Αζά καν ελκαλάμ μιν φάντα, ασσουκούτ μιν ζαχάμπ
Και την έδωσε στον δημοσιογράφο.
28/1/09
χλωροφίλοι
Κόβουν τα δέντρα των πόλεων.
Και ραντίζουν τους ανθρώπους με χημικά σαν να είναι φυτά.
22/1/09
Περιθωριοποιημένη σχετικότητα
-Τι έλεγε δηλαδή;
-Στο περίπου έλεγε ¨ουαί κι αλίμονο, υποκριτές κ φιλεύσπλαχνοι του κώλου
Η άρρωστη κοινωνία σας θα καταστραφεί
Γιατί την χτίσατε πάνω στο ψέμα
Πάνω στην ξεφτίλα και στο θάνατο
Στο φόνο και την απόγνωση
Πάνω στην κλοπή και στον εγωισμό σας
Γαμώ την κοινωνία σας¨
-Ε εντάξει τρελός του δρόμου ήταν.
-Κι αν ήταν ο χριστός;
Περιστατικό
Για τις αιτίες, τις προσωπικές ευθύνες, τις συλλογικές,
τα όνειρά τους, τις διαψεύσεις τους. Το κρύο, την στέρηση, την απουσία.
Το άδειο στομάχι,
το αδιέξοδο, τις κουβέρτες, τα χαρτόκουτα.
Τον χειμώνα, τον εμπαιγμό, την φιλανθρωπία.
Το σκύλο, την ελεημοσύνη.
Το θάνατο.
ο δήμαρχος τους ευχήθηκε και του χρόνου και με μια οδοντογλυφίδα έβγαλε από τα δόντια του τα απολειφάδια του κρέατος.
Προσωπικά
Ώσπου το βρήκε. Το ναυάγιο που έψαχνε. Χρόνια τώρα.
Καθώς πλησίαζε στο ναυάγιο κουνούσε όλο κ πιο γοργοπέδιλα τα πόδια του κ ανάσαινε γρήγορα με ανυπομονησία παιδιού.
Όταν έφθασε κοντά τον κυρίεψε ίλιγγος.
Το όνειρο της ζωής του δεν ήταν παρά ένα ναυάγιο. Χρόνια τώρα.
το πλοίο
Τους περίμεναν στο λιμάνι με ανθοδέσμες για όταν θα επιστρέψουν. Με ελπίδα για ευχάριστα νέα.
Εκείνοι είχαν ξανοιχτεί στο πέλαγος.
Γλεντούσαν κάθε μέρα.
Τεράστιες στρατιές ανεφοδιασμού για το πλήρωμα.
Έτρωγαν, έπιναν και χόρευαν.
Το πλοίο το είχαν οι ίδιοι βαφτίσει ¨καλή ώρα¨.
Κάποια στιγμή μες στα πακέτα ανεφοδιασμού βρήκαν ένα ζευγάρι κυάλια.
Ανέβηκαν στην πρύμνη κ κοίταξαν κατά τη στεριά πίσω τους, από κει που ήρθαν.
Το τοπίο ήταν κόκκινο από το αίμα κ γκρίζο από το θάνατο.
Όταν είδαν το θέαμα ζήτησαν στη μπάντα να παίξει πιο σιγά κ συνέχισαν να χορεύουν.
Βία
Βάδισε προς το εμπορικό κέντρο.
Μια μητέρα αγόραζε παπούτσια στην κόρη της.
Ένας νέος έψαχνε δαχτυλίδι αρραβώνος για την κοπέλα του.
Ένας παππούς είχε βγάλει βόλτα τα εγγόνια του.
Ένα σκυλάκι κανίς στόλιζε τη ματαιοδοξία της κυρίας του.
Μία νεαρή μιλούσε στο κινητό με το φίλο της.
Βάδιζε ολομόναχος (δεν του είχαν αφήσει κανέναν)
ζωσμένος με πυρομαχικά.
Για την υποβολή του φόβου
Οι προσευχές δεν λύνουν τη βασκανία.
Το λάδι επιπλέει στο νερό.
Ο αγιασμός δεν βοηθάει.
Το κακό δε φεύγει με το γαλάζιο μάτι.
Ούτε το πράσινο ματ μπορεί να κάνει κάτι.
Διαιτησία
Έτσι κι έγινε.
Πρέπει να του δώσει ο καθένας κάτι πολύτιμο.
Έτσι κ έγινε.
Από δω και πέρα θα είναι για μας ο κύριος.
Έτσι κ έγινε.
Ο κύριος θα λύνει τις διαφορές μας.
Έτσι κι έγινε,
ώσπου ο κύριος δεν άφησε κανέναν ζωντανό
Φόβος
Στα πρώτα βήματα που θα άκουγε θα πεταγόταν ξαφνικά.
Στόχος η εξολόθρευση του αντιπάλου.
Με κάθε μέσο.
Κάποιος τον άγγιξε απειλητικά στον ώμο.
Το χέρι του έπιασε το μαχαίρι
Και με ιατροδικαστική ακρίβεια το έχωσε στο κορμί πίσω του.
Ίσα που πρόλαβε να ακουστεί ένα πνιγμένο ...¨πεινάς;;¨
Ευθύνη
κείτονταν δίπλα σε εκείνον της καταπίεσης και της συμμετοχής.
το άγριο ένστικτο μασούσε ένα φύλλο δάφνης
χασμουριόταν και προεξανήγγελε σιβυλλικούς λόγους.
Η αθωότητα βι-αζόταν δίπλα στα πουρνάρια.
ο λύκος χάιδευε παρθένο μαλλί
η αλεπού μαστόρευε τρύπες στη σίτα
Το αίμα έρρεε ανάμεσα στα πόδια της αθωότητας.
ο κυνηγός άναβε τσιγάρο ενθυμούμενος τις παλιές καλές ημέρες.
η γιαγιά έπλεκε κάλτσες για τον εγγονό που δεν ήρθε τον χειμώνα.
η φυσαλίδα του καφέ έσκαγε ανυπόμονα πάνω σε μάτι που έβραζε.
ο παππούς λιαζότανε.
Κι η αθωότητα ούρλιαζε ξεψυχώντας.
Εμείς που στο διάολο ήμασταν;
Αυθαιρεσία
Επίδεσμοι, γάζες βουτηγμένες στο αίμα.
Σιωπή από παντού.
Συζητήσεις επί συζητήσεων.
Σιωπή παντού.
Κουβέντες και αναλύσεις.
Σιωπή που τσακίζει κόκαλα.
Θάνατος.
Δε μιλάει κανείς.
Πολιτική φυματιώση σφυροκοπεί ανελέητα.
Τρόμος
Ψίθυροι φωνές κρότοι ουρλιαχτά
Διαπραγματεύσεις διαπλοκές
Δε μιλάει ποτέ κανείς
Καταδίκες επιβραβεύσεις γύρω από έναν μπουφέ.
Παιδικά στόματα ραμμένα από το θάνατο.
Και στο πιάτο μας επιπλέει μια χλέπα.
Αϋπνία
Γύρισε πλευρό και η ανάσα του άρπαξε μυρωδιά από νυχτολούλουδο.
Συντετριμμένα άνθη αναστέναξαν μέσα από τους βολβούς των ματιών του.
Η ζωή που θυμόταν ήταν ένα καροτσάκι σε μία ανηφόρα χωρίς σημαίες.
Σηκώθηκε και πήρε το όπλο του.
Βγήκε στην παγωμένη νύχτα.
Στόχευσε ψηλά.
Και ο κρότος ξεσήκωσε τις κουρνιαγμένες νυχτερίδες της ψυχής του.
μοναξιά
Κουπί, διαταγές, ιδρώτας, μακέλεμα σκέψεων από ένα ζεστό φαγητό, μια γυναικεία μορφή, ένα ανθισμένο πρωινό, δροσιά πάνω στα ματόκλαδα.
Σκέψεις περικοκλάδες που περιτυλίγουν δώρο χριστουγέννων που δεν ανοίγει ποτέ.
Ναι. Δεν υπήρχε θεός και ούτε καν του περνούσε η σκέψη να τον εφεύρει.
Γιατί οι διαταγές ήταν σαφείς και το καράβι χιλιάδες μίλια μακριά από τη χαρά.